H βιογραφία του Paul Ευμορφίδη, ιδρυτή της COCO MAT, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άνω Κάτω. Στο συγκεκριμένο βιβλίο, δια χειρός Γιώργου Κυριακόπουλου και Δημήτρη Σιάτη, διαβάζουμε για την εναλλακτική σκέψη –και πορεία– του Ευμορφίδη και για όλα όσα τον χαρακτηρίζουν και συνθέτουν την ιδιοσυγκρασία του.
Πέρα από τη μεγάλη επιχειρηματική του επιτυχία, έχει στο ενεργητικό του διάφορες, εξίσου σημαντικές επιτυχίες, συχνά αδιανότητες για εμάς τους υπόλοιπους: αγαπάει το περιβάλλον και την οικολογία, δεν έχει στην κατοχή του κινητό και αυτοκίνητο αλλά μετακινείται παντού με ποδήλατο, δεν πίνει αλκοόλ ούτε καπνίζει και δεν καταναλώνει κρέας. «Σημασία έχει το πάθος! O πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο δεν είναι αυτός που κάνει ό,τι γουστάρει, είναι αυτός που γουστάρει ό,τι κάνει», σημειώνει χαρακτηριστικά ο ίδιος.
Ο Paul γεννήθηκε και πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στη Λακωνία, από Σπαρτιάτη πατέρα με ποντιακή καταγωγή και Σπαρτιάτισσα μητέρα. Δεν του άρεσε το διάβασμα γιατί δεν έβρισκε ευχαρίστηση στους άτεγκτους κανόνες της μελέτης, πόσο μάλλον στη βασανιστική αποστήθιση. Παρόλα αυτά, λόγω αγαπητού χαρακτήρα και κερδίζοντας εν τέλει τη συμπάθεια των καθηγητών του, περνούσε τις τάξεις, ενώ απολάμβανε τις μικρές χαρές της καθημερινής ζωής στην επαρχία, παίζοντας ποδόσφαιρο με τους φίλους του και πηγαίνοντας για μπάνιο στον ποταμό Ευρώτα.
Μια χοντρή φάρσα σε καθηγητή, ωστόσο, θα έχει ως αποτέλεσμα τη δια παντός αποβολή του από όλα τα σχολεία της Πελοποννήσου. Ο Paul, Παύλος ακόμη τότε, βρίσκεται μπροστά στο πρώτο του σημαντικό εμπόδιο και αφορμή για αξιοσημείωτες αλλαγές. Έτσι, μετακομίζει στην Αθήνα για να συνεχίσει το σχολείο, ενώ ολοκληρώνει την τελευταία τάξη σε ελληνικό σχολείο του Μονάχου και δίνει εξετάσεις για να περάσει στη Γυμναστική Ακαδημία Αθηνών, στις οποίες πετυχαίνει. Λόγω της πενιχρής σύνταξης του πατέρα του, ο Παύλος υποχρεώνεται να ριχτεί με τα μούτρα στις δουλειές για να μαζέψει μεροκάματο, κάτι που τον κινητοποιεί και του δίνει την ευκαιρία να ενηλικιωθεί από νωρίς.
Οι κάθε λογής εργασίες που κάνει ο Παύλος, από κρουπιέρης στο Καζίνο της Πάρνηθας μέχρι σερβιτόρος τον διαμορφώνουν, ενώ παράλληλα παρακολουθεί τα μαθήματα της σχολής του και αποφοιτά, έχοντας ήδη συγκεντρώσει πλήθος εμπειριών. Στα έξι χρόνια που βρίσκεται εκεί, η Αθήνα δεν τον «χωράει», και προκειμένου να ακονίσει την έφεσή του στην επικοινωνία, αποφασίζει να ταξιδέψει για να μάθει γλώσσες με τον αποδεδειγμένα πιο επιτυχή τρόπο γλωσσομάθειας: την επαφή με φυσικούς ομιλητές. Πρώτη στάση στο ταξίδι του αυτό μέλλεται να είναι η Γερμανία, τόπος εξάλλου οπού δουλεύει και ο πατέρας του για να βγάζει τα προς το ζην, ο πατέρας που ο Παύλος τόσο θαυμάζει. «Αυτόν που στάθηκε ο μεγαλύτερος δάσκαλος στη ζωή μου, και χωρίς ποτέ να μου κουνήσει το δάχτυλο. Με το παράδειγμά του και μόνο», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Ευμορφίδης.
Ο Παύλος εξασφαλίζει εύκολα τη μία στέγη μετά την άλλη στη Γερμανία, στο Μόναχο συγκεκριμένα, πόλη ζωντανή και πολύβουη, όμως η ιδέα του μεταπτυχιακού των Αθλητικών Επιστημών με ειδίκευση στην Αθλητική Δημοσιογραφία, στην Κολωνία, του φέρνει ζάλη (και όχι από τις ευχάριστες). Δεν μπορεί να περιοριστεί στους τοίχους ενός πανεπιστημιακού ιδρύματος, ενώ στη δημοσιογραφία φαίνεται να τα καταφέρνει, όμως δεν αποτελεί το πάθος του. Το βασικό αντικείμενο του πόθου του παραμένουν οι γλώσσες.
Γι’ αυτό, βάζει πλώρη για την Αγγλία, με ελάχιστα λεφτά στην τσέπη. Όπως όμως σημειώνει ο ίδιος, «οι λύσεις είναι περισσότερες από τα προβλήματα. Είσαι νέος, θέλεις να ταξιδέψεις, να γνωρίσεις τον κόσμο, να μάθεις γλώσσες αλλά δεν έχεις χρήματα; Ε, και; Έτερον εκάτερον… μη σου πω και καλύτερο. Οι πόλεις είναι γεμάτες από δωρεάν κρεβάτια, δωμάτια, καταλύματα, αρκεί να θέλεις ΕΣΥ να τα ανακαλύψεις ως τέτοια, και όλοι οι άνθρωποι είναι εν δυνάμει γνωστοί, φίλοι, ερωμένοι και συγγενείς, αρκεί να θέλεις ΕΣΥ να τους δεις έτσι».
Με την αισιόδοξη θέαση της ζωής που τον χαρακτηρίζει, ο Παύλος βρίσκει σύντομα στέγη και απασχόληση στην Αγγλία και μαθαίνει αγγλικά, ενώ στην πορεία μεταβαίνει στην Ιταλία για να κατακτήσει και τα ιταλικά. Τις περιπλανήσεις του στο εξωτερικό διακόπτει προσωρινά ο στρατός, που καταπιέζει τον Παύλο (ο οποίος έχει εν τω μεταξύ μετονομαστεί σε Paul χάριν εύκολης κατανόησης του ονόματός του από τους μη ελληνόφωνους), όμως εν τέλει μετατρέπεται σε ευχάριστη εμπειρία. Λίγο μετά, γνωρίζει και τη γυναίκα που θα του χαρίσει τέσσερα παιδιά.
Συνεχίζοντας λίγο αργότερα τα ταξίδια του στην Ευρώπη, μεταβαίνοντας στην Ισπανία και την Πορτογαλία και συνεχίζοντας να κατακτά γλώσσες, ο Paul όλο και περισσότερο σκέφτεται πόσο επιθυμεί να δημιουργήσει κάτι δικό του, με τη γυναίκα του ως σύμμαχο. Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, η φράση «οικολογικά στρώματα» είναι ακόμη άγνωστη στα αυτιά του μέσου Έλληνα. Η δυσπιστία των γύρω του, όμως, δεν πτοεί τον μέλλοντα επιχειρηματία.
Ενόσω διατελεί καθηγητής Φυσικής Αγωγής στη Σιβιτανίδειο Σχολή, ετοιμάζει την επόμενη κίνησή του, μιας και η εφ’ όρου ζωής παραμονή του στην απασχόληση του δημόσιου υπάλληλου δεν του προξενεί ενθουσιασμό. Όντας ικανός στις διαπραγματεύσεις και λέγοντας την αλήθεια, ότι δηλαδή μιλάει έξι γλώσσες, καταφέρνει να πείσει έναν κοσμηματοπώλη με κατάστημα στο Μοναστηράκι να τον καταστήσει συνέταιρό του και να του δίνει 25% από τα κέρδη.
Ο Paul είναι πλέον καθόλα βέβαιος ότι το επιχειρείν είναι στο αίμα του. Αφού πάρει το επιχειρηματικό βάπτισμα του πυρός στο κοσμηματοπωλείο κι αφού επισκεφθεί την Αμερική θεωρώντας ότι εκεί το έδαφος θα είναι γόνιμο για ένα δικό του εγχείρημα (κάτι στο οποίο διαψεύδεται), καταφέρνει από το μηδέν να χτίσει τα θεμέλια που μέλλουν να δημιουργήσουν τη γνωστή σήμερα σε όλους COCO MAT, που γεννιέται το 1989. Στη φιλοσοφία της COCO MAT δεν υπάρχει θέση για στρώματα με ελατήρια, τα κλασικά εν ολίγοις στρώματα που είχαν μάθει να θεωρούν οι Έλληνες ως τα μόνα υπάρχοντα. Αντίθετα, η καινοτομία της εταιρείας έγκειται στο ότι παράγει στρώματα χωρίς ελατήρια, που υπερτερούν έναντι άλλων στρωμάτων ως προς την υγιεινή, τη στήριξη και την ωφέλιμη διάρκειά τους. Η COCO MAT έως και σήμερα παράγει τόσο στρώματα όσο και έπιπλα με φυσικές πρώτες ύλες.
Παρά τις αντιξοότητες, με κύρια το ότι τα αρχικά καταστήματα της COCO MAT καίγονται όχι μία αλλά τρεις φορές, ο Ευμορφίδης καταφέρνει να χτίσει μια εταιρεία όλη δική του, από το τίποτα, χάρη στη δημιουργικότητά του, το επιχειρηματικό μυαλό του και κυρίως το μεράκι του. Τα στρώματα της εταιρείας κατασκευάζονται με διαδικασίες και υλικά που, αν μη τι άλλο, χαρακτηρίζονται από πρωτοτυπία. Ο ελαστικοποιημένος κοκοφοίνικας είναι η σπονδυλική στήλη στο σώμα του στρώματος, ενώ εγγυάται σιγουριά και ασφάλεια. Σε συνδυασμό με το καουτσούκ, είναι έτοιμη η... εμπροσθοφυλακή των στρωμάτων της εταιρείας.
Καταφέρνοντας να ξεπεράσει τα κάθε λογής εμπόδια που συνάντησε στον δρόμο του, ειδικά στο ξεκίνημα της πορείας του στην επιχειρηματικότητα, κι έχοντας στο πλευρό του δύο πολύτιμους συνεταίρους, ο Paul έκανε την COCO MAT γνωστή εντός κι εκτός Ελλάδας και κατάφερε να τη… βάλει στα σπίτια πολλών Ελλήνων, που επιλέγουν σταθερά τα προϊόντα της.
Οι δύο συγγραφείς του βιβλίου περιγράφουν τον Paul ως έναν άνθρωπο πολύ προσιτό αλλά και επιδραστικό. Το βιβλίο είναι γραμμένο με χιούμορ και ύφος καυστικό, έτσι ώστε να μη θυμίζει με κανέναν τρόπο μια στατική, άνευρη βιογραφία. Ούτως ή άλλως, ο τρόπος γραφής ταιριάζει με την ψυχή του επιχειρηματία, που μπορεί πια να είναι ευρέως γνωστός, ωστόσο δεν περιφρονεί τις καταβολές του. Αντίθετα, τις θεωρεί θεμέλιες λίθους γι’ αυτό που ο ίδιος έγινε, και δεν τις ξεχνάει ποτέ.
Σχόλια